Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2026
Ιστορίες Από Το Άγιον Όρος
Ο Μοναχός Που Κάθε Βράδυ Καθάριζε Κρυφά Τα Παπούτσια

Σε ένα μεγάλο κοινόβιο μοναστήρι, οι μοναχοί παρατήρησαν κάτι παράξενο. Κάθε πρωί, τα παλιά και λασπωμένα παπούτσια τους, που άφηναν έξω από τα κελλιά τους, τα έβρισκαν καθαρισμένα και γυαλισμένα, χωρίς κανείς να ξέρει ποιος το έκανε.
Ένας νεαρός μοναχός, από περιέργεια, αποφάσισε να μείνει ξάγρυπνος μια νύχτα για να λύσει το μυστήριο. Κρύφτηκε στη γωνία του διαδρόμου και περίμενε.
Μετά τα μεσάνυχτα, είδε έναν από τους πιο ηλικιωμένους και ευσεβείς Γέροντες της Μονής να βγαίνει αθόρυβα από το κελί του. Ο Γέροντας πήγαινε από πόρτα σε πόρτα, έπαιρνε τα λερωμένα παπούτσια των αδελφών, τα καθάριζε με μια βούρτσα, τα άλειφε με λίγο λίπος για να μαλακώσουν και τα άφηνε πάλι στη θέση τους.
Ο νεαρός συγκλονίστηκε. Την άλλη μέρα πήγε στον Γέροντα και τον ρώτησε: «Γιατί, Γέροντα, ένας τέτοιος πνευματικός άνθρωπος σαν εσάς, κάνει μια τόσο ταπεινή δουλειά κρυφά;»
Ο Γέροντας του έβαλε το δάχτυλο στα χείλη και του είπε:
«Σσσς, μη χαλάσεις τη χαρά μου! Όσο καθαρίζω τη λάσπη από τα παπούτσια των αδελφών μου, παρακαλώ τον Θεό να καθαρίσει και τη λάσπη από τη δική μου ψυχή. Κι αφού δεν μπορώ να τους πλύνω τα πόδια όπως ο Χριστός, τους πλένω τουλάχιστον τα παπούτσια».
Απ’ το βιβλίο «Αγιορείτικες Σελίδες», † π. Μωυσής
Ιούλιος - Αύγουστος 2026
Ο Πιστός Στρατιώτης Του Χριστού

Το παρακάτω περιστατικό διηγόταν ένας στρατιώτης, που υπηρετούσε στο πεζικό.
Στο κέντρο εκπαίδευσης είχαμε έναν συνάδελφο στρατιώτη, που συνήθιζε κάθε βράδυ πριν πέσει για ύπνο, να γονατίζει στο κρεβάτι του και να προσεύχεται.
Εμείς όλοι οι άλλοι στρατιώτες γύρω του τον περιγελούσαμε και πότε με άσεμνες ιστορίες, άλλες φορές με βλαστήμιες, ειρωνείες και κοροϊδίες, προσπαθούσαμε να τον αναγκάσουμε να πάψει να προσεύχεται. Εκείνος όμως ήταν ακλόνητος και τίποτα δεν μπορούσε να τον επηρεάσει, τίποτα και κανείς.
Ώσπου ένα βράδυ, καθώς προσευχόταν γονατιστός όπως πάντα, άρπαξα τις λασπωμένες από τα γυμνάσια της ημέρας και ιδρωμένες αρβύλες μου και του τις πέταξα με δύναμη στην πλάτη. Ένα μουγκρητό πόνου ακούστηκε, αλλά εκείνος συνέχισε να προσεύχεται, καθώς όλοι οι άλλοι γελούσαν γύρω του. Όταν τελείωσε την προσευχή του, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, έπεσε όπως κάθε φορά στο κρεβάτι του για ύπνο.
Την επόμενη μέρα το πρωί μπροστά στο κρεβάτι μου βρίσκονταν οι αρβύλες μου καθαρισμένες και γυαλισμένες. Η έκπληξή μου ήταν μεγάλη, καθώς αυτό δεν το περίμενα! Ήταν ένα γερό χτύπημα για μένα αυτή η μεγαλειώδης απάντηση του συναδέλφου στην προκλητικότητά μου και στην αισχρότητά μου. Μπροστά σε όλους τους συναδέλφους τον πλησίασα και κλαίγοντας με αναφιλητά, του ζήτησα συγνώμη. Όλοι ήταν γύρω μου σιωπηλοί και κοιτούσαν σαν χαμένοι.
Αυτός έγινε αιτία να πιστέψω στον Χριστό και να σωθώ.
Μάϊος - Ιούνιος 2026
Η Μεγάλη Αλλαγή

Στην «επί του όρους ομιλία» υπάρχει κάτι που είπε ο Χριστός, που μπορεί και αλλάζει ζωές. Είπε: «Όλα όσα θέλετε να σας κάνουν οι άλλοι άνθρωποι, αυτά να τους κάνετε κι εσείς· σ’ αυτό συνοψίζονται ο νόμος και οι προφήτες» (Ματθ. 7:12).
Στην παρακάτω ιστορία επαληθεύεται περίτρανα πώς άλλαξε η ζωή ενός ανθρώπου, εφαρμόζοντας το παραπάνω.
Ένας άντρας πήγε στον πατέρα του και του είπε: «Πατέρα, δεν αντέχω άλλο τη γυναίκα μου, θέλω να τη σκοτώσω, αλλά φοβάμαι ότι θα με καταλάβουν. Μπορείς να με βοηθήσεις;»
Ο πατέρας απάντησε:
«Ναι, μπορώ, αλλά υπάρχει ένα πρόβλημα... Πρέπει να είσαι σίγουρος ότι κανείς δεν θα υποψιαστεί ότι ήσουν εσύ αυτός που την σκότωσε. Θα πρέπει να την προσέχεις, να είσαι ευγενικός, ευγνώμων, υπομονετικός, να την αγαπάς, να είσαι λιγότερο εγωιστής, να την ακούς. Βλέπεις αυτό το δηλητήριο εδώ; Κάθε μέρα θα βάζεις λίγο στο φαγητό. Έτσι θα πεθάνει σιγά-σιγά.»
O γιος ακολούθησε κατά γράμμα ότι του είπε ο πατέρας του. Της μιλούσε ευγενικά, την φρόντιζε περισσότερο, ήταν λιγότερο εγωιστής και της έδειχνε μεγαλύτερη σημασία. Έδινε κι έπαιρνε πολλαπλάσια αγάπη από πριν. Έτσι, η σχέση του με την γυναίκα του ήταν όπως όταν την πρωτογνώρισε. Τότε που ως νέοι αγαπήθηκαν κι αποφάσισαν να ενώσουν τις ζωές τους. Μετά από αρκετές μέρες, ο γιος επιστρέφει στον πατέρα του και λέει:
«Δεν θέλω να πεθάνει πια η γυναίκα μου. Συνειδητοποίησα ότι την αγαπώ. Και τώρα; Πώς μπορώ να σταματήσω αυτό που την δηλητηριάζει όλες αυτές τις μέρες;»
Του απαντάει ο πατέρας:
«Μην ανησυχείς. Αυτό που σου έδωσα ήταν σκόνη ρυζιού. Δεν θα πεθάνει.., γιατί το δηλητήριο ήταν μέσα σου!»
Δίδαγμα: Ο καλύτερος τρόπος για να είμαστε γαλήνιοι, είναι να αντιμετωπίζουμε τους άλλους όπως θα θέλαμε να μας φέρονται εκείνοι...
ΥΓ: ισχύει και για άντρες και για γυναίκες…
Ιανουάριος - Φεβρουάριος 2026
Ο π. Χρύσανθος της Σπιναλόγκα που κοινωνούσε
λεπρούς και κατέλυε τη Θεία Κοινωνία

Ο ιερομόναχος πατήρ Χρύσανθος Κουτσουλογιαννάκης έζησε στη Σπιναλόγκα και λειτουργούσε στους λεπρούς. Για δέκα ολόκληρα χρόνια, ο παπάς της Σπιναλόγκα, κοινωνούσε τους λεπρούς και έπειτα κατάλυε (έπινε) την υπόλοιπη θεία κοινωνία χωρίς να κολλήσει λέπρα!
Ένα από τα ιστορικά στοιχεία που πληροφορούμαστε για το «νησί των ζωντανών νεκρών» είναι ότι οι χανσενικοί που κατοικούσαν στη Σπιναλόγκα ήταν οργισμένοι με τον Θεό, για το λόγο ότι η ασθένειά τους ήταν μια μεγάλη και αφόρητη δοκιμασία. Ένας Γεραπετρίτης παπάς τόλμησε να τους επισκεφθεί κάποτε και να λειτουργήσει στον Άγιο Παντελεήμονα, που υπήρχε και ρήμαζε στο νησί, συντροφιά με τους νέους του κατοίκους. Λένε πως στην πρώτη Λειτουργία δεν πάτησε ψυχή. Οι λεπροί άκουγαν πεισμωμένοι από τα κελιά τους την ψαλμωδία, κι άλλοτε την σκέπαζαν με τα βογκητά τους κι άλλοτε με τις κατάρες τους. Ο ιερέας όμως ξαναπήγε. Στην δεύτερη τούτη επίσκεψη ένας από τους ασθενείς πρόβαλε θαρρετά στο κατώφλι του ναού.
– Παπά, θα κάτσω στην Λειτουργία σου μ’ έναν όρο όμως. Στο τέλος θα με κοινωνήσεις. Κι αν ο Θεός σου είναι τόσο Παντοδύναμος, εσύ μετά θα κάμεις την κατάλυση και δεν θα φοβηθείς τη λέπρα μου.
Ο ιερέας έγνευσε συγκαταβατικά. Στα κοντινά κελιά ακούστηκε η κουβέντα κι άρχισαν να μαζεύονται διάφοροι στο πλάι του ναού, εκεί που ήταν ένα μικρό χάλασμα, με λιγοστή θέα στο ιερό. Παραμόνευσαν οι χανσενικοί στο τέλος της Λειτουργίας κι είδαν τον παπά δακρυσμένο και γονατιστό στην Ιερή Πρόθεση να κάνει την κατάλυση.
Πέρασε μήνας. Οι χανσενικοί τον περίμεναν. Πίστευαν πως θα ’ρθει τούτη τη φορά ως ασθενής κι όχι ως ιερέας. Όμως ο παπάς επέστρεψε υγιής και ροδαλός κι άρχισε με ηθικό αναπτερωμένο να χτυπά την καμπάνα του παλιού ναΐσκου.
Το θαύμα της Σπιναλόγκα συνέβαινε ξανά και ξανά.
Έκτοτε και για δέκα τουλάχιστον χρόνια η Σπιναλόγκα είχε τον ιερέα της. Οι χανσενικοί αναστύλωσαν μόνοι τους την εκκλησία και συνάμα αναστύλωσαν και την πίστη τους. Κοινωνούσαν τακτικά και πάντα κρυφοκοίταζαν τον παπά τους την ώρα της κατάλυσης, για να βεβαιωθούν πως το «θαύμα της Σπιναλόγκα» συνέβαινε ξανά και ξανά.
To 1957, με την ανακάλυψη των αντιβιοτικών και την ίαση των λεπρών, το λεπροκομείο έκλεισε και το νησί ερημώθηκε. Μόνο ο ιερέας έμεινε στο νησί ως το 1962, για να μνημονεύει τους λεπρούς μέχρι 5 χρόνια μετά το θάνατό τους. Ιδού, λοιπόν, ένας σύγχρονος αθόρυβος ήρωας, που δεν τιμήθηκε για το έργο του από κανέναν.
Ιούλιος - Αύγουστος 2025
Χτίζετε Γέφυρες ή Φράκτες;

Μία φορά κι έναν καιρό, μάλωσαν δύο αδέλφια που ζούσαν σε γειτονικές φάρμες. Για 40 χρόνια, εργάζονταν μαζί ως γεωργοί, μοιράζονταν χωρίς κανένα πρόβλημα τα γεωργικά μηχανήματα και συνεργάζονταν αρμονικά για την εμπορία των προϊόντων τους. Όμως, η μακρά συνεργασία τους διεκόπη απότομα. Η διένεξη ξεκίνησε από μια μικρή παρεξήγηση, εξελίχθηκε σε μια σημαντική διαφορά και τελικά κατέληξε σε ανταλλαγή πικρών λόγων.
Ένα πρωί ένας ξένος χτύπησε την πόρτα του μεγαλύτερου αδελφού. Εκείνος άνοιξε και αντίκρισε έναν άνθρωπο που κρατούσε μία εργαλειοθήκη ξυλουργού. «Ψάχνω για δουλειά λίγων ημερών» είπε. «Ίσως έχετε ανάγκη για κάποιες μικροεργασίες και θα μπορούσα να σας φανώ χρήσιμος». «Πράγματι», αναφώνησε ο μεγαλύτερος αδελφός. «Έχω μια δουλειά για σένα. Κοίταξε σε εκείνο τον ποταμάκι προς το απέναντι αγρόκτημα. Εκεί είναι ο μικρότερος αδερφός μου. Μέχρι την περασμένη εβδομάδα υπήρχε ένα χωράφι ανάμεσα μας. Όμως, έσκαψε με την μπουλντόζα του μέχρι το ανάχωμα του ποταμού και τώρα υπάρχει ένα ποταμάκι ανάμεσα μας. Λοιπόν, βλέπεις αυτό τον σωρό με ξύλα στο στάβλο; Θέλω να φτιάξεις ένα ψηλό φράχτη. Δεν θέλω να ξαναδώ το πρόσωπό του».
Ο ξυλουργός απάντησε: «Πιστεύω ότι μπορώ να τα καταφέρω και ότι στο τέλος θα ευχαριστηθείς με τη δουλειά μου».
Ο μεγαλύτερος αδελφός έπρεπε να πάει στην πόλη για να τελειώσει κάποιες δουλειές. Ο ξυλουργός εργάστηκε σκληρά και όταν ο γεωργός επέστρεψε, ο ξυλουργός είχε μόλις τελειώσει τη δουλειά του. Τα μάτια του αγρότη γούρλωσαν από αυτό που αντίκρισε. Δεν είχε κατασκευαστεί ο φράχτης που είχε ζητήσει. Αντί για τον φράχτη, υπήρχε μια γέφυρα από την μια μεριά του ρέματος μέχρι την άλλη. Εκείνη την ώρα, είδε από την άλλη μεριά της γέφυρας να έρχεται προς το μέρος του ο γείτονας, ο νεότερος αδελφός του. Όταν τον πλησίασε, άπλωσε τα χέρια του και αναφώνησε: «Είσαι ο καλύτερος αδελφός που θα μπορούσα να είχα. Μετά από όλα όσα έχω κάνει και έχω πει εναντίον σου, εσύ έχτισες μια γέφυρα ανάμεσά μας».
Τα δύο αδέλφια αγκαλιάστηκαν, μετανιωμένα για ό,τι είχε συμβεί ανάμεσα τους. Γύρισαν και είδαν τον ξυλουργό να σηκώνει την εργαλειοθήκη, να την κρεμάει στον ώμο του και να ετοιμάζεται να φύγει. «Όχι, μην φεύγεις, περίμενε! Μείνε λίγες ημέρες. Έχω κι άλλες εργασίες για σένα», είπε ο μεγαλύτερος αδελφός.
«Θα ήθελα πολύ να μείνω», είπε ο ξυλουργός, «αλλά έχω να χτίσω κι άλλες γέφυρες».